Αρτεμίσιο – το Λούκι της Αρτέμιδος [❆]
Όταν τα χιόνια κάνουν τη σπάνια τιμή να επισκεφθούν τη βόρεια Αργολίδα, οι καταφρονεμένοι ορειβάτες Άργους-Ναυπλίου και περιχώρων, σπεύδουμε στο «τίμιο» Αρτεμίσιο, που, με την ποικιλομορφία του, ενίοτε εκτονώνει τις ορεινές μας αναζητήσεις, προσφέροντας και κάποιες εναλλακτικές γραμμές στην αρκαδική (δυτική) πλευρά του. Μία εξ αυτών και το δυτικό του λούκι, το οποίο ελίσσεται μαεστρικά στη δυτική του πλαγιά, χώνεται μεταξύ δύο τεράστιων πιλιέ και οδηγεί στο κολωνάκι της κορυφής με μια αμεσότητα και ταχύτητα που δεν προσφέρεται από καμία άλλη γραμμή ανάβασης, προσφέροντας τη χαρά του μερικώς εκτεθειμένου scrambling και μιας ήσσονος, πλην δε διασκεδαστικής αλπικής εμπειρίας – αν γίνει χειμώνα, με ικανή ποσότητα χιονιού.
Δυσκολία και δεδομένα διαδρομής: 60° / 200m./UIAA F
Δεδομένα διαδρομής συμπ. πρόσβασης: 5,62 km./ 670 m. / 5 h.
Χρόνος καταγραφής: 06.02.2022 & 25.01.2026 & 22.03.2026Όροι Χρήσης & Αποποίηση Ευθύνης
Το παρόν blog έχει χαρακτήρα απομνημονεύματος/βιωματικής αποτύπωσης, είναι ερασιτεχνικό, δεν συνιστά προτροπή για την ανάληψη των περιγραφόμενων δραστηριοτήτων και σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τις συμβουλές ή υπηρεσίες εξειδικευμένων επαγγελματιών. Ενδεχομένως οι πληροφορίες που παρέχονται στο παρόν blog, καθώς και σε τυχόν εξωτερικούς συνδέσμους να είναι άστοχες, ανακριβείς και παραπληνητικές, εξαιτίας των μεταβαλλόμενων συνθηκών, παρανόησης εκ μέρους του συντάκτη ή λάνθασμένης καταγραφής σε τεχνικά μέσα (GPS). Ο διαχειριστής δεν ευθύνεται καθόλου και σε καμία περίπτωση, σε οποιονδήποτε βαθμό αμέλειας, για τυχόν παρανοήσεις που δύνανται να προκύψουν από τη χρήση αυτού κατά την ενάσκηση των σχετικών δραστηριοτήτων – οι οποίες εξελίσσονται σε μη ελεγχόμενο φυσικό περιβάλλον και εμπεριέχουν εγγενείς κινδύνους για τη ζωή και τη σωματική ακεραιότητα των συμμετεχόντων. Οι επιδιδόμενοι σε αυτές οφείλουν να διασταυρώνουν τις πληροφορίες τους, να εκτιμούν τις προσωπικές τους σωματικές και τεχνικές δυνατότητες, καθώς και τις ειδικές συνθήκες κάθε εξόρμησης, την οποία αναλαμβάνουν αποκλειστικά με δική τους ευθύνη. Απαγορεύεται αυστηρά η ολική ή μερική αναπαραγωγή, ανατύπωση, παράφραση, διασκευή ή οποιαδήποτε άλλη μορφή απόδοσης του περιεχομένου του παρόντος ιστότοπου, με οποιοδήποτε μέσο, ηλεκτρονικό, μηχανικό, φωτοαντιγραφικό ή άλλο, χωρίς την προηγούμενη έγγραφη άδεια του συντάκτη.
“And so, does the destination matter? Or is it the path we take? I declare that no accomplishment has substance nearly as great as the road used to achieve it. We are not creatures of destinations. It is the journey that shapes us. Our callused feet, our backs strong from carrying the weight of our travels, our eyes open with the fresh delight of experiences lived.”
― Brandon Sanderson, The Way of Kings.
Πριν χρόνια -μεταξύ τύρου και αχλάδου στην Καρυά- κάποιος μού έκανε κουβέντα για μια γραμμή ανάβασης στο Αρτεμίσιο που ανηφόριζε τη δυτική πλαγιά του, πάνω από τον χωματόδρομο που οδηγεί από τη θέση «Μπρακατσάκι» και το ξωκλήσι της Αγίας Παρασκευής προς το Τουρνίκι. Ανακάλεσα την εικόνα του βουνού από την πίσω (για τους Αργολιδείς) πλευρά του και δεν παρέλειψα, όταν ξαναβρέθηκα στην Ε.Ο. Κορίνθου Τριπόλεως, να στρέψω το βλέμμα στα αριστερά, ώστε να πάρω μια εικόνα.
Η ίδια η μορφολογία του Αρτεμισίου καθιστά απαγορευτική την ντιρέκτ ανάβαση από την ανατολική, βραχώδη ορθοπλαγιά του, η οποία παραπέμπει τον πεζοπόρο είτε στο «νορμάλ» μονοπάτι -που προσεγγίζει τη ράχη της κορυφής από τα νότια- είτε στην πιο πικάντικη και τεχνική διαδρομή από τα Χτένια, τη βόρεια ράχη, που αποτελεί το φυσικό σύνορο μεταξύ της αργολικής και αρκαδικής πλευράς του βουνού. Πίσω από τη ράχη αυτή, στα δυτικά, βλέπει κανείς το αρκαρδικό ανάγλυφο στα ανατολικά της Νεστάνης και την κορυφογραμμή της Καφουριάς (με ψηλότερο σημείο την Τούρλα στα 1492 μ.), με τη σήραγγα της εθνικής οδού να διαπερνά τα σπλάχνα της, στο πέρασμα του Πρίνου.
Είχα, λοιπόν, το Αρτεμίσιο στα αριστερά μου και τη φυσική του (γεωλογικά) συνέχεια -την κορυφογραμμή της Καφουριάς- από πάνω μου, έτσι που ατένιζα τις βορειοδυτικές του πλαγιές. Απότομες, κατάστικτες από βράχια, αλλά και ορισμένες φυσικές, εφικτές γραμμές ανόδου στο ψηλότερο σημείο του, τον Μαλεβό (1.771 μ.). Πιο χαμηλά, σε υψόμετρο 1.300 μέτρων περίπου, διέρχεται ο ήπιος χωματόδρομος που οδηγεί στο Τουρνίκι – έναν σχεδόν έρημο και απομονωμένο οικισμό κτηνοτρόφων στους πρόποδες της οροσειράς του Κτενιά.
Κάπως έτσι διαμορφώθηκε νοερά και το σχέδιο δράσης: θα φτάναμε με το αυτοκίνητο όσο το δυνατόν ψηλότερα, μέσω Αγίας Παρασκευής προς Τουρνίκι, και έπειτα θα προσεγγίζαμε τη διαδρομή ανηφορίζοντας στην χαρακτηριστική σάρα που οδηγεί στο δυτικό «αμφιθέτρο».
O Αργείος φίλος (που είχε ξαναχρησιμοποιήσει τη συλλεκτική αυτή πρόσβαση) ήτανε βέβαιος πως το σχοινί θα χρειαζόταν αποκλειστικά για… ψυχολογικούς λόγους, για εκείνη την ψευδαίσθηση ασφάλειας που γεννά η διασύνδεση με τους σχοινοσυντρόφους. Ωστόσο, πέρα από το απαραίτητο κράνος (αν μη τι άλλο, γιατί το σαθρό ορεινό πεδίο απειλεί όχι μόνο το κεφάλι, αλλά και την υστεροφημία, σε περίπτωση ατυχήματος), ζαλωθήκαμε με τριαντάρι σχοινί, μποντριέ και όλα τα παρελκόμενα.
Την πρώτη φορά (από τις τρεις συνολικά) που πάτησα τις σάρες του δυτικού Αρτεμισίου ήταν Φλεβάρης του 2022 – στο πέρας των μέτρων του cο-vid, που προανήγγειλαν τη διαχρονική κουλτούρα της αβίαστης απαγόρευσης, ακόμα και στα βουνά. Εκείνος ο χειμώνας, από άποψη χιονόπτωσης, είχε κυλήσει αξιοπρεπώς στα βουνά της Πελοποννήσου.
Το Αρτεμίσιο, επειδή ακριβώς βρίσκεται σε μεταιχμιακό ύψος, πιάνει μεν χιόνι, όμως απαιτεί απόλυτη εγρήγορση και εντοπιότητα, για κάποιον που θέλει να το απολαύσει με χειμερινές συνθήκες, ώστε να αδράξει τη στιγμή και να προστρέξει στο βουνό, χωρίς δεύτερη σκέψη, αφού ακόμα και μία ή δύο ηλιόλουστες ημέρες αρκούν για να εξαφανιστεί το χιόνι, στις ούτως ή άλλως υψηλές λόγω περιοχής θερμοκρασίες.
Στις 6 Φεβρουαρίου 2022 το χιόνι έπιανε ψηλότερα, ώστε κινηθήκαμε αρχικά στον λασπωμένο χωματόδρομο για Τουρνίκι για 1,5 χλμ, προτού τον αφήσουμε και στρίψουμε όλο ανατολικά, αριστερά, προς τη χιονισμένη ανηφορική σάρα, που οδηγεί στο αμφιθέατρο κάτω από την κορυφή με τα γραμμές ανάβασης και κατάβασης. Το σκηνικό ήταν ελάχιστα διαφορετικό 4 χρόνια αργότερα, στις 22 Μαρτίου 2026, οπότε και το σφιχτό χιόνι απλωνόταν χαμηλότερα, δημιουργώντας εύλογη αισιοδοξία για την ποσότητα και ποιότητα που θα βρίσκαμε ψηλότερα.
Βγαίνοντας από τον χωματόδρομο, ύψωσα το βλέμμα μου προς την μερικώς νεφοσκέπαστη κορυφή και προσπάθησα να διακρίνω την ακριβή γραμμή ανάβασης, αλλά… εις μάτην. Στα αριστερά υπάρχει ένας τεράστιος βράχος, σαν πιλιέ, που διαχωρίζει το section με τα λούκια από το section με τα Χτένια. Στο μέσο του βραχώδους αυτού σχηματισμού, διακρίνεται ένα βαθούλωμα, σαν χαντάκι ανάμεσα στους ψηλούς τοίχους που θεμελιώνουν τον οικείο κώνο της κορυφής του Αρτεμισίου, που από τον Αργολικό Κόλπο, μοιάζει σαν cupcake με κεράσι. Ανηφόρισα στην απότομη χιονισμένη σάρα (περίπου 35°) σε σύγχυση, ως προς την ακριβή πορεία μας. Είναι αλήθεια πως η διαδρομή μας μοιάζει περισσότερο με τεράστια νεροσυρμή ανάμεσα σε δύο μεγάλα βράχια, παρά με αναγνωρίσιμο χαρακτηριστικό λούκι. Όταν πια η κλίση αυξήθηκε και το περπάτημα έμοιαζε με ανέβασμα σε σαθρή κλίμακα, αποφασίσαμε να βάλουμε μποντριέ και να δεθούμε (κάτι που δεν κάναμε στις εξορμήσεις του 2026). Το χιόνι κάμποσο, για τα δεδομένα της περιοχής, αλλά σε καμία περίπτωση δεν υπερκάλυπτε τα όποια βράχινα μεικτά περάσματα, που συνέθεταν ένα μωσαϊκό άσπρου, καφέ και γκρίζου.
Σε υψόμετρο 1.630 μέτρων περίπου, σε ένα ξερόδεντρο κομμένο και πεσμένο σε ορθή γωνία, λες και το έχει χτυπήσει βέλος της Αρτέμιδος, κάναμε αριστερά. Το διαχρονικό αυτό δέντρο-ορόσημο συνιστά, στο μυαλό μου, την επίσημη έναρξη της τεχνικής ανάβασης. Σύντομα βρεθήκαμε στην ανάγκη να χρησιμοποιούμε τα γαντοφορεμένα χέρια μας, αρχικά για στήριξη και έπειτα για μικρο-προωθήσεις, που θα ήταν ύβρις να αποκαλέσω μικτά περάσματα. Ωστόσο, δεν παύει να είναι ένα πεδίο κλίσης 45-50°, όπου χρειάζεται προσοχή και ευλάβεια στον τρόπο που γραπώνει κανείς τα βράχια και τις πέτρες, διότι αρκετές από αυτές απλώς αποσχίζονται και μένουν ενθύμιο στο χέρι, ενώ προδίδουν την ισορροπία σου. Ενίοτε καλείται κανείς να χρησιμοποιήσει μικρότερα πατήματα και να προωθηθεί με αντιστήριξη.





Ύστερα από την ασαφή αρχική μορφολογία, η γραμμή πιο πάνω απλωνόταν σαφέστερη, καθώς ανηφορίζαμε χωμένοι στη μικρή αυτή εδαφική ύφεση ανάμεσα στα δύο πιλιέ. Η κλίση ανέβαινε σταδιακά και κάθε κίνηση απαιτούσε υποβοήθηση, είτε με τα χέρια, είτε με το πιολέ, σε κινήσεις μέχρι UIAA II. Το μόνο ρεαλιστικό ρίσκο, εν προκειμένω, ήταν η υπερβολική εμπιστοσύνη σε συγκεκριμένα πιασίματα, που θα μπορούσαν να αποσχιστούν και να μας στείλουν αρκετά μέτρα χαμηλότερα, με τα αναπόφευκτα οδυνηρά γκελ στα εκτεθειμένα βράχια.
Παρά την απουσία παγωμένου χιονιού, τα κραμπόν πρόσφεραν την απαραίτητη μηχανική σιγουριά, καθώς οι μύτες τους χώνονταν σε αθέατες εσοχές, ρωγμές και σε συμπαγή αλπικά θαμνάκια, που αδυνατώ να ονοματίσω. Αντιδιαστέλλω τη σκαρφαλωτική εμπειρία με κραμπόν με εκείνη του Γενάρη του 2026, οπότε και -παρασυρμένος από το λιγοστό χιόνι- επέλεξα να κρατήσω τα κραμπόν στο σακίδιο, καθιστώντας κάθε πάτημα της ορειβατικής μπότας στα υγρά από την πούδρα βράχια επισφαλές και ουδόλως απολαυστικό. Μάλιστα, ήταν και η μοναδική περίπτωση κατά την οποία βγήκε το σχοινί από το σακίδιο, για να εκτελεστεί (μάλλον) το crux της διαδρομής, ένα σήκωμα στα πόδια, ώστε να υπερκεραστεί χαμηλό σαθρό τοιχάκι 1,5 μέτρου, χωρίς σαφή πιασίματα για να τραβηχτεί κανείς (UIAA II).
Τούτο το δεύτερο κομμάτι της διαδρομής εξελίσσεται σε αυτό το χαρακτηριστικό «λουκάκι», με τον κάθετο βράχινο τοίχο του πιλιέ στα δεξιά μας και την κλίση να φτάνει, πιθανώς, τις 60°. Έχω διαπιστώσει ότι, στην ορειβατική κοινότητα, δεν έχει επιλυθεί το ζήτημα υπολογισμού της κλίσης, για αυτό και κρατώ τις επιφυλάξεις μου.
Η δυσκολία της ανάβασης εξαρτάται σαφώς από την ποσότητα και την ποιότητα χιονιού, το οποίο, σε κατάλληλη ποσότητα, «μαλακώνει» τα βράχινα περάσματα και δίνει την ευκαιρία να σκάψει κανείς βήματα, ώστε να προωθηθεί ψηλότερα, σε κάποια σημεία. Η έκθεση υπαρκτή, υπάρχουν σημεία που κοιτάς στα νώτα σου και συνειδητοποιείς ότι είσαι σε «no fall zone». Από την άλλη, όμως, μια ενδεχόμενη πτώση θα είναι αποτέλεσμα εξαιρετικής ατυχίας ή σοβαρού λάθους εκ μέρους του ορειβάτη, ο οποίος καλείται να κινηθεί απλώς αργά και μυαλωμένα, για τα λίγα αυτά μέτρα που συνιστούν το πιο προκλητικό κομμάτι της ανάβασης.
Πιο ψηλά, το πεδίο διευρύνεται, σχηματίζοντας ένα μικρό snowfield μπροστά από ψηλό κάθετο τοίχο με χαρακτηριστική ρωγμή- σεμινέ. Εκεί, παρακάμψαμε τον αδιαπέραστο αυτόν τοίχο από τα δεξιά, ανεβαίνοντας στο πλάι μιας απότομης χιονισμένης ράχης. Τα όποια μικτά περάσματα του δεύτερου κομματιού είχαν υποκατασταθεί από χιονισμένο πεδίο ηπιότερης κλίσης, όπου η προώθηση ήταν ευχάριστη και -φαινομενικά τουλάχιστον- λιγότερο εκτεθειμένη, σε πλαγιά μικρότερης κλίσης 45° περίπου, χωρίς αναρριχητικά περάσματα.
Συνηθίζω πλέον, νοερά, να θεωρώ το «δύσκολο» κομμάτι λήξαν, κάθε φορά που βγαίνω σε αυτό το ανοιχτό πεδίο μπροστά στο σεμινέ. Φτάνοντας στη ράχη, η θέα προς την Αρκαδία είναι πλέον απρόσκοπτη και, αν η μέρα είναι ηλιόλουστη, οι σκιές μέσα στο λούκι αντικαθίστανται από εκείνη τη θαλπωρή και την αισιοδοξία του ηλιόφωτος.
Με το κολωνάκι της κορυφής να απέχει 30-40 μέτρα ανατολικής κίνησης σε εύκολο πεδίο μέχρι 50° και χωρίς τεχνικά περάσματα, η σκέψη ξεστρατίζει στο κολατσιό και στην επιστροφή. Περνάμε δίπλα από ένα μοναχικό δέντρο, ένα ακόμα αϊθαλές ορόσημο του βουνού, που σηματοδοτεί επισήμως την έξοδο από το λούκι και το θριαμβευτικό κλείσιμο μιας ανάβασης με ταπεινή αλπική χροιά, με αφετηρία και τερματισμό δύο δέντρα σε διαφορετικές φάσεις της αιώνιου βίου τους.





Η γραμμή κατάβασης/επιστροφής ποτέ δεν είναι αυτονόητη και πάντοτε απασχολεί τις συζητήσεις, ενώ ξαποσταίνουμε στην κορυφή, καθισμένοι στο πεσμένο σήμερα κολωνάκι της κορυφής του Αρτεμισίου. Τον Μάρτη του 2026, με αραιή ομίχλη και άπνοια, πατώντας τα τελευταία, ίσως, χιόνια που θα πότιζαν το ιερό της Αρτέμιδος εκείνον τον χειμώνα, επιλέξαμε την κατά τεκμήριο συντομότερη διαδρομή κατάβασης: θα προχωρούσαμε για λίγο πάνω στο μονοπάτι για Νεστάνη, επί της κορυφογραμμής και, 100 περίπου μέτρα νοτιότερα θα στρέφαμε πάλι το βλέμμα δεξιά και θα κατηφορίζαμε σε απότομη δυτική πλαγιά, παράλληλα με τη γραμμή ανάβασης, την οποία θα συναντούσαμε περίπου στο κατακεραυνωμένο δέντρο.
Η ύπαρξη ικανής ποσότητας χιονιού απέβη κρίσιμη για την ασφάλεια, τη δυνατότητα, την ταχύτητα και εν γένει την εμπειρία της κατάβασης από τη συγκεκριμένη γραμμή – η οποία, με λιγότερο χιόνι, είναι αναλογικώς λιγότερο ελκυστική, καθώς το γυμνό τερέν παρουσιάζει μια κλίση περί τις 35-40° και αποτελείται από τυχαία ερριμμένες πέτρες και σάρες.
Πέντε ώρες είχαν περάσει αφότου είχαμε ξεμυτίσει στο πρωινό αγιάζι για την έναρξη της ανάβασης. Πίσω, στο Μπρακατσάκι με το τρεχούμενο πόσιμο νερό, συλλογίστηκα ότι η απόλαυση κάθε διαδρομής είναι συνυφασμένη με το βίωμα, όπως τούτο αξιολογείται μέσα μας. Αν είναι κανείς ταπεινός, θα χαρεί κάθε ορειβατικό επίτευγμα, χωρίς ελιτισμό, βρίσκοντας τη χαρά και τα ωφέλη κάθε μικρής ανάβασης, σε παραγνωρισμένα βουνά όπως το δικό μας Αρτεμίσιο.
Με διαφορετικές συνθήκες χιονιού, καιρού, τερέν, πιέσεως, θερμοκρασίας και εξοπλισμού, το βουνό πάντοτε χαρίζει την αληθινή χαρά μιας μικρής (σε κλίμακα και δυσκολία) αλπικής ανάβασης, σε όποιον είναι έτοιμος να την υποδεχτεί χωρίς περιφρόνηση, μεγιστοποιώντας τα ψυχικά της οφέλη.




“You need to stop clinging to the notion that there is only one right path. You’ll waste half your time panicking you’re not on it, and the rest backtracking to find it.”
― Joe Abercrombie, The Devils
Χάρτης Διαδρομής & Social Media
Tags:










Leave a Reply