Βαρδούσια – Γιδοβούνι
Το Γιδοβούνι είναι η χαμηλότερη (2.087 μ.) κορυφή των Βαρδουσίων και ορθώνεται στη βορειοδυτική απόληξη του συγκροτήματος, αποτελώντας συχνά τον τελευταίο σταθμό σε πιο μεγαλεπήβολα project, όπως η διάσχιση της δυτικής κορυφογραμμής του συγκροτήματος ή ακόμα και η μνημειώδης Integrale των Βαρδουσίων. Μάλλον αδίκως, το Γιδοβούνι σπάνια πατιέται ως αυτάξια κορυφή, μολονότι η εμπειρία της ανάβασης είναι πλήρως εναρμονισμένη με τον αλπικό χαρακτήρα των Βαρδουσίων, σε εκείνο το ιδανικό μεταίχμιο μεταξύ σκαρφαλώματος και πεζοπορίας, συνιστώντας ιδανική πρόκληση για τον μη-αρχάριο ορειβάτη, που επιδιώκει να εισαχθεί στο πνεύμα των πιο διάσημων βουνών της Ρούμελης.
Δυσκολία και δεδομένα διαδρομής: Π5 – Ορειβασία (3,43 km./ 550 m. / 5 h.)
Προτεινόμενος εξοπλισμός: Π5 (Εξοπλισμός Ορειβασίας)
Χρόνος καταγραφής: 31.05.2026Όροι Χρήσης & Αποποίηση Ευθύνης
Το παρόν blog έχει χαρακτήρα απομνημονεύματος/βιωματικής αποτύπωσης, είναι ερασιτεχνικό, δεν συνιστά προτροπή για την ανάληψη των περιγραφόμενων δραστηριοτήτων και σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τις συμβουλές ή υπηρεσίες εξειδικευμένων επαγγελματιών. Ενδεχομένως οι πληροφορίες που παρέχονται στο παρόν blog, καθώς και σε τυχόν εξωτερικούς συνδέσμους να είναι άστοχες, ανακριβείς και παραπληνητικές, εξαιτίας των μεταβαλλόμενων συνθηκών, παρανόησης εκ μέρους του συντάκτη ή λάνθασμένης καταγραφής σε τεχνικά μέσα (GPS). Ο διαχειριστής δεν ευθύνεται καθόλου και σε καμία περίπτωση, σε οποιονδήποτε βαθμό αμέλειας, για τυχόν παρανοήσεις που δύνανται να προκύψουν από τη χρήση αυτού κατά την ενάσκηση των σχετικών δραστηριοτήτων – οι οποίες εξελίσσονται σε μη ελεγχόμενο φυσικό περιβάλλον και εμπεριέχουν εγγενείς κινδύνους για τη ζωή και τη σωματική ακεραιότητα των συμμετεχόντων. Οι επιδιδόμενοι σε αυτές οφείλουν να διασταυρώνουν τις πληροφορίες τους, να εκτιμούν τις προσωπικές τους σωματικές και τεχνικές δυνατότητες, καθώς και τις ειδικές συνθήκες κάθε εξόρμησης, την οποία αναλαμβάνουν αποκλειστικά με δική τους ευθύνη. Απαγορεύεται αυστηρά η ολική ή μερική αναπαραγωγή, ανατύπωση, παράφραση, διασκευή ή οποιαδήποτε άλλη μορφή απόδοσης του περιεχομένου του παρόντος ιστότοπου, με οποιοδήποτε μέσο, ηλεκτρονικό, μηχανικό, φωτοαντιγραφικό ή άλλο, χωρίς την προηγούμενη έγγραφη άδεια του συντάκτη.
“There’s no freedom quite like the freedom of being constantly underestimated.”
― Scott Lynch, The Lies of Locke Lamora.
To Γιδοβούνι των Βαρδουσίων είναι μια από εκείνες τις καταφρονεμένες κορυφές των ελληνικών βουνών, στη σκιά άλλων, πιο γνωστών εγχειρημάτων στην ευρύτερη περιοχή και συνάγω ότι ελάχιστα πατιέται. Και τούτο διότι το ορόσημο της παραδοσιακής αφετηρίας για το Γιδοβούνι -ήτοι ένα απόμερο μαντρί ονόματι «Σκασμένη Στρούγκα»- απέχει οδικώς 8,5 χλμ από τη θέση «Προφήτης Ηλίας» και 5,4 χλμ από το Καταφύγιο του ΕΟΣ Άμφισσας, σε δύσκολο και ευμετάβλητο από τις καιρικές συνθήκες χωματόδρομο, ώστε δύσκολα κάποιος θα επιλέξει να ξεστρατίσει από το hub του Καταφυγίου και των Κεντρικών Βαρδουσίων, αφήνοντας πίσω του τα Σκόρδα Πιτιμάλικου και την ψηλότερη, διασημότερη κορυφή του συγκροτήματος, για να σπάσει το αυτοκίνητό του, να διαβεί τον Εύηνο ως Ιούλιος Καίσαρας των Βαρδουσίων και να επιδοθεί σε 200 μέτρα απαιτητικού scrambling, αυτοσχεδιάζοντας σε μη σηματοδοτημένη διαδρομή.
Για την ανάβαση στην κορυφή του Γιδοβουνίου, τρεις εκδοχές έχω κατά νου: (1) από το νοτιοανατολικό χαρακτηριστικό λούκι του, (2) από την πίσω, βόρεια πλευρά του και (3) από την ανατολική του κόψη – η οποία δεν έχει καταγραφεί σε επίσημες πηγές, χάρτες ή GPX, αλλά αναφέρεται σε ορειβατικό forum, χωρίς περαιτέρω λεπτομέρειες. Ιδίως η βόρεια ανάβαση, προτείνεται από τον οδηγό των εκδόσεων «Ανεβαίνοντας», με το Ν.Α. λούκι ως γραμμή κατάβασης. Για λόγους αισθητικής, ευχερέστερης πρόσβασης και επαρκέστερης πληροφορίας, εμείς επιλέξαμε τελικώς να ανέβουμε το απότομο νοτιανατολικό λούκι, που ορθώνεται βλοσυρά πάνω από τη Σκασμένη Στρούγκα και την κοιλάδα του ποταμού Εύηνου.
Ύστερα από έναν χειμώνα με μπόλικο υετό και χιόνια μέχρι την Πρωτομαγιά, μπαίνοντας πια στην εποχή των θερμικών καταιγίδων και της μεσημεριανής αστάθειας, εξορμήσαμε το τριήμερο του Αγίου Πνεύματος, έχοντας στο πίσω μέρος του μυαλού μας ότι η ανάβασή μας θα γινόταν υπό την απειλή κάποιας απογευματινής μπόρας, που αναμενόταν να ενσκήψει μετά τις τρεις το μεσημέρι. Για αυτό και εξαντλήσαμε τη δυνατότητα οδικής προσέγγισης του Γιδοβουνίου, φτάνοντας με ένα ατρόμητο Fiat Panda μέχρι τη Σκασμένη Στρούγκα.
Η ώρα ήταν 7 το πρωί. Είχαμε διανυκτερεύσει έξω από το (κλειστό) Καταφύγιο του ΕΟΣ Άμφισσας, υπομένοντας κάποιες ψιχάλες, που μας εμφύσησαν μια κάποια απαισιοδοξία για την κατάσταση του τερέν της επόμενης ημέρας. Αν επίκειτο σκαρφάλωμα σε βράχια ή σε απότομη χορταριασμένη πλαγιά, η υγρασία καθόλου δεν θα βοηθούσε την πρόσφυση. Την επομένη, όμως, με το πρώτο φως, ο ουρανός ήτανε πεντακάθαρος και η ανυπομονησία για την ανάβαση στο ζενίθ.
Ύστερα από είκοσι λεπτά αυτοκινητάδας, φτάσαμε από το Καταφύγιο στη Στρούγκα, κινούμενοι σε απαιτητικό πλην δε προσβάσιμο χωματόδρομο. Διασχίσαμε απροβλημάτιστα τον Εύηνο, με το νερό, ακόμα και αυτή την εποχή της αφθονίας των υδάτων στα κεφαλόβρυσα, να φτάνει περίπου στο μισό ύψος των τροχών.
Κατά τις 8 το πρωί, είχαμε φορτώσει στις πλάτες μας τα απαραίτητα υλικά (συμπεριλαμβανομένων μποντριέ, κάποιων καρφιών και σχοινιού 30μ.) και εκκινήσαμε (πάντοτε overgeared, but never unprepared) για την απότομη πλαγιά του Γιδοβουνίου, αφού καλημερίσαμε την τσοπάνισσα της Στρούγκας και τον φιλικό ποιμενικό της. Ήταν η εποχή που τα κοπάδια ξαμολιούνται στα βουνά και οι δρόμοι αποκαθίστανται πρόχειρα, ύστερα από τον απαγορευτικό, μακρύ χειμώνα των Βαρδουσίων.
Κινούμενοι στην ήπια ανηφόρα μετά τη Στρούγκα, χωρίς σηματοδότηση και με οδηγό την οπτική επαφή μας με το Λούκι, έτσι που υπολογίζαμε την πλαγιά από κοντά, προσδoκούσαμε μια ανάβαση λιγότερο απότομη από τις δυσοίωνες προβλέψεις της προηγούμενης ημέρας.
Ύστερα από 800μ. πεζοπορίας σε άγριο χορταριασμένο έδαφος και σε υψόμετρο 1800μ., σηκώσαμε το βλέμμα στον βορρά, χαράσσοντας νοερά τις πιθανές γραμμές ανάβασής μας. Έτσι που εκτιμούσαμε την κλίση, από το σημείο όπου καθίσαμε να ξαποστάσουμε και να φορέσουμε μποντριέ και όλα τα παραφερνάλια, είπαμε (αστόχως, όπως αποδείχθηκε) ότι η ανάβαση θα ήτανε απροβλημάτιστη.
Προς τα δεξιά, διακρινόταν ένα στενό υπο-λούκι σαν σεμινέ, αριστερά ένα μεγαλύτερο υπό-λούκι με σάρα και στο κέντρο ένα άδεντρο συνονθύλευμα βράχων-χόρτου. Ώστε, ατενίζοντας τη μελλοντική μας ανάβαση, ο καθένας είχε τη δική του εκδοχή πώς έπρεπε να κινηθούμε. Το όλο εγχείρημα γινόταν ακόμα πιο περιπετειώδες και αινιγματικό από την πλήρη απουσία σήμανσης, σε ολόκληρη την ανάβαση.
Γρήγορα διαπιστώθηκε ότι το δεξί υπό-λούκι δεν ήταν βιώσιμη επιλογή ανάβασης. Από τη μία, η είσοδος σε αυτό δεν είναι απλή ούτε ξεκάθαρη, ενώ η γραμμή κόβεται ψηλότερα από μεγάλα σφηνωμένα βράχια που είναι αδύνατο να υπερβεί κανείς, ακόμη και με scrambling. Έτσι, βρεθήκαμε να κινούμαστε προσεκτικά σε εκείνη την κατάστικτη από βράχια τούρλα ανάμεσα στα δύο υπο-λούκια και επιλέγοντας, κατά περίπτωση, τη βέλτιστη (ευκολότερη και λιγότερο σαθρή) γραμμή σκαρφαλώματος.
Που και που, γυρνούσα το κεφάλι προς τα Σκόρδα Πιτιμάλικου. Από κάτω τους, τα κεφαλόβρυσα του Εύηνου αντανακλούσαν τον πρωινό ήλιο, όπως και ο τσίγκος της Στρούγκας. Σε συνδυασμό με τις φωνές σκυλιών και των ζώων της βοσκής, το σκηνικό ήτανε πέρα για πέρα βουκολικό, αποπνέοντας την ηρεμία της αρμονικής συνύπαρξης ανθρώπου και φύσης στα Μουσουνιώτικα Λιβάδια. Ίσως η εγγύτητα άλλων έμβιων όντων, o ήχος της ροής του νερού, αναπόφευκτα παρέπεμπαν το συλλογικό ασυνείδητο της ομάδας στους όρους της ζωής, ώστε η αίσθηση που είχα κατά την ανάβαση δεν ήταν εκείνη του κινδύνου, του ρίσκου ή της απαισιοδοξίας, αλλά της απόλυτης ένταξης σε ένα περιβάλλον όπου τίποτε δεν μπορεί να πάει στραβά, κόντρα στη φύση.









Ύστερα από μια αποτυχημένη απόπειρα να χωθούμε, εγώ και ο Κώστας, σε κάθετη εσοχή, για την προώθησή μας ψηλότερα, μπλέξαμε σε μια μπουλντεράτη ανόρθωση, που δεν είχαμε καμία όρεξη να ρισκάρουμε, οπότε υποχωρήσαμε ηττημένοι και ακολουθήσαμε την υπόλοιπη ομάδα, που είχε αποφασίσει να σκαρφαλώσει ελεύθερα ένα σύντομο, εκτεθειμένο βράχινο κομμάτι, στα δεξιά μας, με περάσματα μέχρι UIAA III. Πρόκειται για μια εκτεταμένη προεξοχή του όλου ανάγλυφου, που δεν προβληματίζει αναρριχητικά, καθώς προσφέρει καλά πατήματα (αλλά όχι σαφή πιασίματα) σε σταθερό γκρίζο βράχο ικανής κλίσης, ώστε αν κάποιος γκρεμιστεί, θα έχει ασαφή -ίσως και μοιραία- κατάληξη.
Ακόμα και αν κάποιος κουβαλήσει φορητές (trad) ασφάλειες, το πεδίο δεν προσφέρει προφανείς λύσεις -ούτε ασφάλισης, ούτε ρελέ- οπότε η πιο βιώσιμη ορειβατικά εκδοχή είναι να κινηθείς ανασφάλιστος, με περισσή προσοχή και συγκέντρωση σε κάθε σου βήμα. Είχαμε, μάλιστα, πληροφορίες για κάποιο μοναχικό βύσμα σε απροσδιόριστο σημείο της διαδρομής, όμως κατά την ανάβασή μας δεν εντοπίσαμε κάτι τέτοιο. Αντιθέτως, η αναρχία της κατάβασης μάς οδήγησε σε άλλο σημείο, όπου εντοπίστηκε το θρυλικό βύσμα του Γιδοβουνίου, μόνο και έρημο, μέσα στο δεξί υπο-λούκι.
Σκαρφαλώσαμε ζυγίζοντας κάθε πάτημα, κυρίως τεστάροντας τη σταθερότητα του βράχου. Η αποκόλληση της πέτρας στην οποία εμπιστεύεσαι τη ζωή σου είναι και η πιθανότερη αιτία κάποιας πτώσης σε αυτό το κομμάτι, που ήταν για εμάς το crux της όλης ανάβασης.
Που και που συναντούσαμε ατάκτως εριμμένες πέτρες, που έθεταν σε κίνδυνο την πρόσφυσή μας στον βράχο, τις οποίες καθαρίζαμε, προσέχοντας, βέβαια, να μην προσγειωθούν στο κεφάλι των συνορειβατών που ακολουθούσαν. Δεκαπέντε περίπου μέτρα είναι εκείνα που αυξάνουν τους καρδιακούς παλμούς. Όχι ότι μετά γίνεται πολύ ευκολότερο. Η κλίση παραμένει υψηλή, ωστόσο η έκθεση είναι σαφώς μικρότερη.




Η αίσθηση της ορειβατικής δημιουργικότητας και της εξερεύνησης είναι έντονη και συναρπαστική, ελλείψει σηματοδότησης. Ανά δέκα μέτρα, υψώνεις το κεφάλι και χαράσσεις νοερά τα επόμενα δέκα. Κοιτάς να μην έχει σάρα, υγρά βράχια, κάθετα προσκόμματα. Ολοένα έχεις την απατηλή εντύπωση ότι «θα ισιώσει πιο πάνω», όμως η πορεία συνεχίζεται σε αρκετή κλίση για 150 μέτρα ανάβασης, κατά τη διάρκεια της οποίας η χρήση των χεριών είναι συνεχής – κατά βάση για στήριξη και όχι για προώθηση. Ο βαθμός δυσκολίας δεν ξεπερνάει το UIAA II.
Στο μέσο, περίπου, του τεχνικού τμήματος επιλέξαμε να τραβερσάρουμε σε μικρή προεξοχή βράχου, ψηλαφίζοντας τα πιασίματα του τοίχου για ισορροπία, αντί να χωθούμε μια εσοχή γλειμμένου βράχου, που απαιτούσε μια μεγάλη κίνηση με πόδια, που σίγουρα θα μας έσπαγε τα άλατα 🙂
Η ίδια η μορφολογία του βουνού χειραγώγησε εκ φυσικού την πορεία μας προς τη διαφαινόμενη έξοδο από το λούκι, από το οποίο βγαίνεις είτε με σαφή δεξιά πορεία, είτε ακολουθώντας τα ριζά του αριστερού βράχου.
Κάπου εκεί, το τερέν μαλάκωσε. Η κλίση σε ωθούσε να γείρεις το σώμα, περισσότερο χάριν της ψυχολογικής επαφής με το βουνό, παρά από ρεαλιστική ανάγκη σκαρφαλώματος. Ύψωσα το βλέμμα προς την κορυφογραμμή. Από πίσω της, ο γαλανός (ακόμα) ουρανός. Τα τελευταία 50 μέτρα εκτυλίσσονται σε πιο ανοιχτό, απότομο πεδίο που διασχίζεις όρθιος πια, παίρνοντας βαθιές ανάσες, καθώς η κορυφή βρίσκεται πλησίον και αριστερά, προς τα νοτιοδυτικά.
Όταν πια βγήκα στην κορυφογραμμή, έκανα λίγα βήματα προς βορρά και επιθεώρησα το ανάγλυφο των γύρω βουνών – Μοναστηράκι, Καρυά, αλλά και το ομώνυμο έτερο Γιδοβούνι (1840μ.) στα δυτικά. Δασωμένες απότομες πλαγιές, αλλά χωρίς βράχια. Την ίδια εικόνα είχε και η βόρεια πλαγιά του δικού μας Γιδοβουνίου. Η φυσική συνέχεια της κορυφογραμμής προκαλούσε δέος, με τη φοβερή και τρομερή Πυραμίδα να ορθώνεται στο φόντο, υπενθυμίζοντας το αστείρευτο ορειβατικό υλικό των Βαρδουσίων.
Τα τελευταία 100 μέτρα της απόστασης μέχρι την κορυφή είναι τα ευκολότερα όλης της όλης πορείας. Εκτυλίσσονται πάνω στην κορυφογραμμή, χωρίς τεχνικά περάσματα, αφού παρακάμψουν έναν μεγάλο, ασκαρφάλωτο βράχο από τα δεξιά.
Λίγο μετά τις 11 το πρωί της τελευταίας ημέρας του Μάη 2026, στεκόμουν στην κορυφή του Γιδοβουνίου, ατενίζοντας τριγύρω την οροσειρά των Βαρδουσίων: Κάτω Ψηλό, Σούφλες, Πλάκα, Πυραμίδα, Αλογόρραχη… Είχα μόλις συνειδητοποιήσει ότι ο ορεινός όγκος των βουνών της Ρούμελης είναι το ορειβατικό Δισκοπότηρο του Ιντιάνα Τζόοουνς. Αν είσαι ταπεινός και πιεις από το ξύλινο ποτήρι, θα βγεις αλώβητος, ώστε να συνεχίσεις το Κυνήγι της Χαμένης Κιβωτού τα επόμενα χρόνια.
Απρόσμενα, οι όροι και οι δυσκολίες της κατάβασης δεν βάραιναν πρόωρα τη σκέψη μου. Θα έλεγε κανείς ότι η καταλληλότερη ώρα να αγχωθείς για όλα αυτά είναι όταν πια… πρέπει να κατέβεις. Ιδίως όταν η πρόγνωση του καιρού επαπειλεί βροχή και απογευματινή καταιγίδα. Στα βορειοδυτικά, ο μέχρι πρότινος πεντακάθαρος ουρανός μάζευε τους πρώτους σωρείτες. Ελπίζοντας να μην είμαστε στο βουνό όταν θα ερχόταν και η… μελανή εκδοχή τους, ανασκουμπωθήκαμε και ξεκινήσαμε την κατάβαση με την αίσθηση του επείγοντος.




Είχα ήδη προγνώσει ότι ένα μεγάλο μέρος της κατάβασης θα γινόταν κατ’ εφαρμογή του συστήματος που θυμίζει την πιο επιτυχημένη ποδοσφαιρική ομάδα της Χιλής: την Κόλο-Κόλο. Κι ούτε ανησυχούσα υπέρμετρα για το crux. Οι ενδορφίνες και η απόλαυση ενός τερέν που τείνει να γίνει αγαπημένο μου (εύκολο, συνεχόμενο scrambling), είχαν αμβλύνει τις θεωρητικές δυσκολίες της επιστροφής.
Επειδή ακριβώς οι διαθέσιμες ώρες μέχρι την επερχόμενη καταιγίδα ήταν άγνωστες και νιώθαμε αυτή την αόριστη χρονική πίεση, αποφασίσαμε ότι το σοφότερο θα ήταν να κατέβουμε από τα ίδια, αντί να ρισκάρουμε την εναλλακτική γραμμή της βορειοδυτικής πλαγιάς του βουνού, που αναφέρεται σε οδηγούς και πηγές. Αν είχαμε σαφή οπτική εικόνα της, ίσως να την επιχειρούσαμε, αλλά η συγκεκριμένη πορεία δεν ήταν προφανής μακροσκοπικά, μολονότι ομολογουμένως η αρτοτινή πλαγιά του βουνού φάνταζε λιγότερο άγρια από τη μουσουνιώτικη. Έτσι απεικονίζεται και στους χάρτες, ως λιγότερο τεχνική από το νοτιοανατολικό λούκι, αλλά τούτο θα έπρεπε να το επιβεβαιώσουμε μιαν άλλη φορά.
Νά ‘μαστε, λοιπόν -μια όρθιοι, με τα μπατόν για βακτηρίες, μια σερνάμενοι ως παίκτες της ομάδας της Χιλής- να κατεβαίνουμε από κει που είχαμε ανέβει. Αρχικά, η κατάβαση παρουσίαζε μικρή δυσκολία ή ρίσκο. Που και που, κληθήκαμε να κάνουμε κάποια υπερέκταση με τα πόδια ώστε να πατήσουμε χαμηλότερα, κινήσεις αντιστήριξης ή κάποιο σφήνωμα, όμως η έκθεση ήταν ήπια, ώστε είχα την αίσθηση ότι, ακόμα και αν γλιστρούσα, θα κατέληγα σερνάμενος μερικά μέτρα χαμηλότερα, θρηνώντας το παντελόνι μου. Σε κάποιο σημείο μάλιστα εντοπίστηκε και το χαμένο βύσμα του Γιδοβουνίου, εντός της γραμμής του στενού υπο-λουκιού/σεμινέ, πιθανός ως ρελέ για ραπέλ. Κι αυτό διότι -όπως προείπαμε- το φυσικό χαντάκι που διατρέχει το λούκι από κάτω μέχρι πάνω θα αποτελούσε μια ιδανική, σαφή γραμμή ανάβασης/κατάβασης, αν δεν κοβόταν από αδιαπέραστους σφηνωμένους βράχους. Υποθέσαμε, λοιπόν, ότι το ραπέλ εξυπηρετεί αυτήν ακριβώς την καθαρή γραμμή κατάβασης, ιδίως τον χειμώνα, και συνεχίσαμε από τα γνωστά σε εμάς μονοπάτια.
Λίγη ώρα αργότερα, βρισκόμουν καμιά εικοσαριά μέτρα πάνω από το crux, αποσβολωμένος. Κοιτούσα κάτω, ζυγίζοντας την κλίση και προσπαθώντας να αποφασίσω αν μπορούσα να συνεχίσω με ασφάλεια. Σε εκείνο το σημείο, το τερέν ήτανε χωμάτινο, με χαμηλούς θυσάνους – απότομο. Σύρθηκα λίγο χαμηλότερα, προσπαθώντας να εντοπίσω το δύσκολο βράχινο κομμάτι από όπου είχαμε ανέβει. Του κάκου. Καμιά δεκαριά μέτρα δεξιά μου, υπήρχε ένα δεντράκι που σίγουρα δεν είχαμε συναντήσει στην ανάβαση. Αριστερά μου, η στενή διακριτή σεμινέ.
Αναζητώντας κάποια εναλλακτική επιλογή κατάβασης, αφού έγινε η απαραίτητη σύσκεψη, αποφασίστηκε να κατέβουμε στην ήπιας κλίσης ψευτο-σεμινέ στα αριστερά μας με ένα μικρό ραπέλ δύο μέτρων και μετά να διαφύγουμε αριστερά, από όπου φαινόταν να κατεβαίνει απροβλημάτιστα – έξω από το λούκι πια. Ο Νίκος έστησε ένα επικό ρελέ σε θάμνο-βράχο-πιολέ (!) και ο Κώστας κατέβηκε πρώτος. Τριάντα μέτρα πιο χαμηλά, είχε ξεμυτίσει στη βράχινη γωνία από όπου μπορούσε να εκτιμήσει την πιθανότητα εξόδου μας από εκεί. «Βγαίνει, αλλά η τραβέρσα μάλλον θέλει ασφάλιση», απεφάνθη εκείνος. Ακολούθησα εγώ. Παρότι δεμένος, επιχείρησα είσοδο στο υπο-λούκι με καταρρίχηση, ώστε να εκτιμήσω τη δυσκολία. Εφικτό, όμως χρειάζεται αυτοπεποίθηση, αν είσαι ανασφάλιστος. Όταν συναντήθηκα με τον Κώστα, έκρινα ότι η τραβέρσα σε κεκλιμένη γκρίζα πλάκα περνιέται με το γνωστό Χιλιανό σύστημα και τη διέσχισα ελεύθερα, περιμένοντας την Παναγιώτα. Εν τω μεταξύ, στην απέναντι όχθη της σεμινέ, η συντρόφισσα Τζο στριφογυρνούσε ανήσυχη, αναζητώντας την original γραμμή μας, την οποία τελικά ανακάλυψε και κατέβηκε ελεύθερα, είτε με καταρρίχηση είτε με σύρσιμο.
Και κάπως έτσι, ο γρίφος της κατάβασης είχε πια λυθεί, με έναν συνδυασμό της εναλλακτικής αριστερής εξόδου και της αρχικής γραμμής ανάβασης. Πήραμε μια βαθιά ανάσα, ανοίξαμε τα μπατόν μας και κατηφορίσαμε στην απότομη πλαγιά για Στρούγκα, επιτρέποντας στον νου μας να πλανηθεί στο άπιαστο όνειρο μιας παγωμένης μπίρας και της ρουμελιώτικης κουζίνας.
Οι πρώτες στάλες έπεσαν παχιές. Επιτάχυνα. Χαμογέλασα στον Σκύλο της Στρούγκας που μου γάβγιζε από επαγγελματικό καθήκον. Στο αυτοκίνητο, προσπάθησα να αντιμετωπίσω την πλήρη αφυδάτωσή μου. Και στα 5 χιλιόμετρα της αυτοκινητάδας μέχρι το Καταφύγιο προσπαθούσα να ξεκλέψω λίγη ακόμα από την ορειβατική ομορφιά αυτής της κορυφής, προτού την αφήσουμε για πάντα. Μέχρι την επόμενη φορά.




Ως είθισται, σε αυτές τις μη λαοφιλείς δευτερεύουσες κορυφές για τους μύστες της πεζοπορίας, οι πληροφορίες στο διαδίκτυο είναι λιγοστές και αντιφατικές. Μια-δυο καταγραφές στο wikiloc, μια παράγραφος στο routes.gr και ένα λιτό δισέλιδο στον έντυπο οδηγό των Βαρδουσίων. Ωστόσο, υπάρχει ένα consensus για την αναρριχητική δυσκολία, η οποία ευστόχως εντοπίζεται ως UIAA III στο δυσκολότερο σημείο της. Οι γραμμές κατάβασης είναι τόσες όσες και οι ομάδες που επέλεξαν να σκαρφαλώσουν αυτή την απόμερη κορυφή. Άλλοι από τα ίδια, άλλοι με ραπέλ από το στενό δεξί υπο-λούκι, άλλοι από αριστερά… όμως όλοι τους, αναμφίβολα, έφυγαν ψυχικά γεμάτοι από μια πολυσυλλεκτική ορειβατική εμπειρία με μηδαμινή πρόσβαση – αν η εκκίνηση γίνει από τη Στρούγκα.
Κάποιος αλλοδαπός επισκέπτης των ελληνικών βουνών, σε βίντεο από παλαιότερη ανάβαση του Ε.Ο.Σ. Ηλιούπολης, είχε χαρακτηρίσει το Γιδοβούνι ως «Thinking Man’s Mountain», ήτοι «το Βουνό του Σκεπτόμενου Ανθρώπου». Δεν θα μπορούσα να επινοήσω πιο εύστοχο χαρακτηρισμό. Η ανάβαση είναι μια αλληλουχία αποφάσεων, επιλογής γραμμών, πατημάτων, επιλογής υλικών και διαχείρισης της κατάβασης. Είναι μια άσκηση συγκέντρωσης, που σε εξαναγκάζει να παίρνεις βαθιές ανάσες ζώντας στο παρόν, τοπικά και χρονικά. Είναι, όμως, και μιαμετουσίωση του ορειβατικού overthinking, που μας οδηγεί σε ατραπούς ελάχιστα πεπατημένες.
Πέρα από την οργωμένη δυτική πλαγιά στα Σκόρδα Πιτιμάλικου, που υποφέρει κάθε χειμώνα από τις ορειβατικές αρβύλες εκπαιδευτών και εκπαιδευόμενων, καθώς οδηγεί στην ψηλότερη κορυφή του συγκροτήματος (Κόρακας, 2.496 μ.), υπάρχει ένας ολόκληρος άγριος κόσμος που περιμένει να εξερευνηθεί, μακριά από τα στίφη. Και αυτό, άργησα να το συνειδητοποιήσω. Ήταν η δεύτερη φορά που πατούσα τα βουνά της Ρούμελης. Την πρώτη, ήμουν και εγώ μια κουκκίδα στα ορειβατικά στίφη, που ανέβαιναν στον Κόρακα με χιόνι. Τη δεύτερη, άρχισα πραγματικά να τα γνωρίζω.
“‘The hell with all of you, you cooperative fellowship of idiots, united by a common goal which none of you understand. And the hell with me too.’
This time the others, following Cahir’s example, also remained tactfully silent. Dandelion, Maria Barring, also known as Milva, and Emiel Regis Rohellec Terzieff-Godefroy.
‘What a company I ended up with,’ Geralt continued, shaking his head. ‘Brothers in arms! A team of heroes! What have I done to deserve it? A poetaster with a lute. A wild and lippy half-dryad, half-woman. A vampire, who’s about to notch up his fifth century. And a bloody Nilfgaardian who insists he isn’t a Nilfgaardian.”
― Andrej Sapkowski, Baptism of Fire
Χάρτης Διαδρομής & GPX (Wikiloc)
Tags:







Leave a Reply